ορίζοντες

στη διαδρομή μου προς το σπίτι σε μια κατηφόρα φαίνεται μακριά στο βάθος η θάλασσα, ανάμεσα σε κεραίες, τσιμέντο, μπαλκόνια, φανάρια και φώτα φρένων

είναι την ώρα που ο ουρανός γίνεται βαθύ μωβ, λίγο πριν νυχτώσει και για μια στιγμή ηρεμούν όλα

ο ορίζοντάς μου θα είναι πάντα λίγο θάλασσα, από κοντά ή από μακριά, στην πόλη ή στο νησί

*

στο σπίτι στο νησί με τα μωβ παράθυρα πάντα περπατάω ξυπόλητη, την άνοιξη ο κήπος είναι γεμάτος μαργαρίτες, το χειμώνα γεμάτος κρυμμένα μυρμήγκια και το καλοκαίρι γεμάτος όνειρα που το σκάνε από τα ανοιχτά παράθυρα την ώρα που εσύ κοιμάσαι

το κόκκινο αυτοκινητάκι ανυπομονεί να τρέξει πάλι στο νησιώτικο δρόμο και να απλώσεις τα γυμνά σου πόδια δίπλα στο τιμόνι, να βγάλεις έξω το χέρι σαν ταρίφας και να βάλεις μουσική στο τέρμα, να ξυπνήσεις τα τζιτζίκια που όσο και να προσπαθήσεις δεν θα καταφέρεις να τους χαλάσεις το ρυθμό του τραγουδιού τους

η άμμος περιμένει να χώσεις τα πόδια σου μέσα της μέχρι να καούν και γίνουν κατακόκκινα, και μετά η θάλασσα, αυτή να δεις πόσο περιμένει να σε ξεπλύνει από όλα όσα φορτώθηκες το χειμώνα, άγχη, σκοτούρες, λύπες και πεθαμένες ελπίδες

η ταβέρνα της χαράς στην μικρή κρυμμένη πλακόστρωτη πλατεία στο γραφικό χωριουδάκι σε περιμένει με κοκκινιστό με μακαρόνια, με φάβα και χόρτα τσιμπητά, με κόκκινο κρασί από το μικρό αμπέλι και με τη σκιά ενός πλάτανου, να κόβει λίγο τον ήλιο, να μην πάρουν πολύ τα μυαλά μας αέρα

τα απογεύματα το μπαλκόνι περιμένει με τα λάστιχα να τα ανοίξεις να δροσίσεις τα τσιμέντα και τα πόδια σου από την κάψα του Αυγούστου

και οι ξερολιθιές, τα γαϊδουράκια, τα στάχυα, το εργοστάσιο της ΔΕΗ με τα κόκκινα φώτα, η προβλήτα με το φάρο, το ρεμπετάδικο με τις κουρελούδες και την κληματαριά, τα αγροτικά με τις καρότσες τους, όλα είναι εκεί και σε περιμένουν

κι έτσι πια ανάλαφρος, μετά από το πρώτο μπάνιο στο νησί, θα θυμηθείς ξανά πόσο η ζωή είναι ωραία

με ορίζοντα μόνο τη θάλασσα

DSCN0899

είμαστε ζωντανοί ρε

θυμάμαι τη μέρα που άνοιξαν τρύπες στο τσιμέντο και φύτεψαν δέντρα. στην αρχή ήταν κάτι λεπτούτσικοι κορμοί, τώρα είναι ολόκληρα δέντρα. μπορείς το καλοκαίρι να κάτσεις στη σκιά τους. τώρα ξαφνικά φωνάζουν όλοι για ένα γκράφιτι, ακόμα κι αυτοί που δεν έχουν περάσει ούτε απ’ έξω, μόνο το είδαν σε μια φωτογραφία. αυτοί που δεν είδαν τα δέντρα να μεγαλώνουν, δεν άφησαν ποτέ λουλούδια στην επέτειο του πολυτεχνείου, δεν κοίταξαν ποτέ την ακρόπολη από την πατησίων, δεν κοίταξαν ποτέ από ψηλά το αίθριο του αβέρωφ, δεν κατούρησαν ποτέ στα παρτέρια επειδή οι τουαλέτες ήταν κλειδωμένες, δεν ξάπλωσαν κλαίγοντας στα μάρμαρα της σκάλας, δεν γονάτισαν απ΄τα γέλια μέσα σε μια αφρόντιστη αίθουσα, ούτε σφουγγάρισαν τα νερά ένα βράδυ με καταιγίδα που πλημμύρισε ο τόπος.

όχι δεν υπονοώ ότι όποιος δεν έζησε το πολυτεχνείο δεν μπορεί να έχει άποψη, αυτό που θέλω να πω είναι ότι το πολυτεχνείο είναι κάτι ζωντανό, και σαν κάτι ζωντανό θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται, μεγαλώνει, γερνάει, γεννάει, ξερνάει, εξελίσσεται, δεν είναι ένα αποστειρωμένο μνημέιο με ταμπέλα μην αγγίζετε.

το πολυτεχνείο έχει μαζεμένα πολλά ίχνη ζωής για να θεωρείται ένα απλό μνημείο.

αβερωφ

spring is coming

μυρωδιά από θυμάρι μέσα στο καταχείμωνο

πυγολαμπίδες στο σκοτάδι

πεφταστέρια από το νερό της βροχής στο τζάμι του αυτοκινήτου

τα γυμνά πόδια μέσα στο ποτάμι

το έχει βάσανα η ζωή μου – δεν τα ξέρει ούτε η αυλή μου

ο βόσπορος την ώρα που δύει ο ήλιος

κι όλα αυτά χαμένη στη μετάφραση, ή σε χιλιάδες πίξελ χωροχρόνου,

ο πρωινός χειμωνιάτικος ήλιος που με τυφλώνει

σε δέκα μέρες μπαίνει η άνοιξη.

R1-06718-0031

για λίγο αέρα

0f30acb683ad19fee08199483fb0367e

Να κάνεις πάντα μια στάση να πάρει λίγο αέρα το κεφάλι σου, μου έλεγε, τώρα είναι κάπου εκεί ψηλά ποιος ξέρει, κανείς, μπορεί και να ξαναβρεθούμε κάποτε, να θυμηθούμε που μας μοίραζε σε χρωματιστά μπολάκια τα ποπ κορν και μας άφηνε να βλέπουμε παιδικά στην τηλεόραση, τη θυμάμαι που και που αυτή τη φράση, ανάμεσα σε τηλεφωνήματα, τρεξίματα, κόρνες, φανάρια και φρένα, γέλια και κλάματα, όχι άλλα κλάματα έμορφες, αυτό θα του άρεσε αν το άκουγε στα σίγουρα, ύστερα είναι που έχει σχεδόν σβήσει και το σημάδι από το μαγιό και τα διλήμματα φυτρώνουν από δω κι από κει, χτυπάνε μέσα στο κεφάλι μου όπως το τραγούδι με τη φωνή του π., και θα ‘ θελα να σου πω και να σου δείξω τόσα πολλά και το μόνο που μπορώ να κάνω είναι μια στάση να πάρει λίγο αέρα το κεφάλι μου.

ca7c3e3d5ebab86227b260023f68e5a4

κι ο δρόμος να οδηγεί πάντα στη θάλασσα

Κι άφησε την ψυχή της πάνω σ’ ένα πεύκο, κάπου στο νησιώτικο δρόμο που πήγαινε από το ορεινό χωριό στη θάλασσα, μετά το πανηγύρι, ξυπόλητη, με το μαύρο φόρεμα με τις λεπτές τιράντες, ως πάνω απ’ τα γόνατα, φύσαγε ένα αεράκι, της πήρε την ψυχή και τη στροβίλισε, και πήγε κι έκατσε πάνω σ’ ένα πεύκο, στο πιο ψηλό, να βλέπει μόνο θάλασσα, ουρανό και τους περαστικούς στο δρόμο, ξυπόλητους, με αχτένιστα τα μαλλιά, με κόκκινα τα μάτια απ’ το κρασί και το ξενύχτι, γελαστούς, και γελούσε κι αυτή τόσο δυνατά που το κεφάλι της έγερνε προς τα πίσω, και αυτό που έβλεπαν τα κόκκινα μάτια της ήταν μόνο τα πεύκα κι ο ουρανός, και μετά ο παλιός χωματόδρομος που τώρα είναι άσφαλτος, και η θάλασσα, κι ευχήθηκε να μείνει για πάντα εκεί, ξυπόλητη, με το μαύρο φόρεμα με τις λεπτές τιράντες, με τους φίλους που προχωράνε λίγο πιο μπροστά και γελάνε, κι ευχήθηκε να μείνουν για πάντα εκεί και πάντα να γελάνε, και να βλέπουν μόνο θάλασσα, και ουρανό και δρόμο και τα πεύκα τα ψηλά, κι ο δρόμος να οδηγεί πάντα στη θάλασσα.

100_1399

*χθες το βράδυ οδηγούσα στην άδεια λεωφόρο της πόλης, και μου δημιουργήθηκε μια ακατανίκητη επιθυμία να περπατήσω ξυπόλητη, πώς ζούμε έτσι διάολε μέσα στα τσιμέντα, εμείς για καλοκαίρια είμαστε φτιαγμένοι.

πορτοπαράθυρα

IMG_20150103_203636

είμαστε γεμάτοι πόρτες και παράθυρα

άλλα μισάνοιχτα, άλλα ερμητικά κλειστά, άλλα ορθάνοιχτα

στους χειμώνες μας κλείνουμε τα πιο πολλά

στα καλοκαίρια μας είναι όλα ανοιχτά

χειμώνας και καλοκαίρι για τον καθένα είναι άλλο

άλλο και του καθενός ο σύρτης

ποια πόρτα ανοίγεις, ποιος στην κλείνει πάλι με δύναμη, πότε θα την ξανανοίξεις, πόσα παράθυρα έχεις τώρα ανοιχτά, ποιον δεν αφήνεις να μπει, ποια πόρτα θα μένει πάντα κλειδωμένη;

ανάσες

Μας έχουν σπάσει τ’ αρχίδια με τις διαφημίσεις του τζάμπο, χριστούγεννα απόκριες πάσχα καλοκαίρι και ξανά μανά απ’ την αρχή, τζαμποσακούλες σε όλες τις χώρες γιατί οι έλληνες είναι παντού, κι όμως εγώ σήμερα είδα στο φανάρι έναν άστεγο μετανάστη που όλο του το σπίτι ήταν μια τζαμποσακούλα, και σιγά σιγά την άδειασε στη γωνία του δρόμου έφτιαξε το κρεβάτι του, έβαλε δίπλα ένα μπουκάλι νερό, έστησε στην άκρη ένα ζευγάρι παντόφλες, και μια φωτογραφία δίπλα στο μαξιλάρι, οι δικοί του είναι πια φωτογραφίες, κάποιοι δεν σέβονται ούτε αυτό, ότι κάποιων άλλων οι ζωές είναι πια φωτογραφίες, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια που σχεδιάζουμε στο γραφείο δεν προβλέπουν τίποτα τέτοιο, μόνο χαρούμενους πεζούς, α ναι ξέχασα και τυφλούς και αμεα που στην πράξη η πορεία τους σταματάει από μια κολώνα της δεη ή από μια τεράστια λακούβα, ή από έναν μαλάκα που έχει παρκάρει πάνω στη διάβαση, κι εγώ βρίσκομαι πάνω σε μια μεγάλη διάβαση και προσπαθώ να προσεγγίσω πεζοδρόμιο, και ανάβουν τα φανάρια πράσινα κόκκινα, περισσότερα τα κόκκινα, και με πιάνει αηδία με τα δέντρα και τα φωτάκια και τους στολισμούς σας με φόντο πρόσφυγες και απεργούς πείνας και φυλακές τύπου γ, και ευτυχώς για κάποιους από εμάς αυτοί δεν είναι το φόντο, το φόντο είστε εσείς και τα φωτάκια σας και η σκατοψυχιά σας και είστε θολοί και μικροσκοπικοί, και η ντίνα από το δεκέμβρη του 08 σταμάτησε να στολίζει δέντρο και γεμίζει το σπίτι με εικόνες του δεκέμβρη, να μην ξεχνάμε, να προχωράμε με θάρρος, να αφήνουμε και καμιά χαραμάδα να μπει λίγο φως μέσα στο κεφάλι μας, με κανένα βλέμμα, με καμιά αγκαλιά, με καμιά βόλτα βράδυ στην πλάκα, με κανένα βιβλίο, με κανένα γράμμα από μακρινούς φίλους, να πάμε τη ζωή μας λιγάκι παραπέρα.

*τις μέρες που έκανε απεργία πείνας ο Ν. Ρωμανός άκουσα αυτό το τραγούδι, και ήταν σα να γράφτηκε γι’ αυτόν

“Αυτός που πάει τη ζωή
λιγάκι παραπέρα
Ειν’ ο πιο μοναχός στη γη
όταν τελειώνει η μέρα

Αυτός που παίρνει μια σταλιά
και πέλαγο την κάνει
Θα δει ποτάμια δάκρυα
που ανθρώπου νους δε φτάνει”

10428069_10203084404844887_7929333470917576595_n

Όποιος βλέπει αυτή τη φωτογραφία και κάτι του λέει μέσα του, έχει βγει λίγο έξω απ’ το βούρκο με τα σκατά, έχει πάρει ανάσα.

Φωτογραφία μπροστά από το Γεννηματά 30/11 από την συγκέντρωση αλληλεγγύης στον απεργό πείνας Ν. Ρωμανό (από Evan Maragkoudakis)