Καρτ ποστάλ στον Silentcrossing

Αγαπητέ S.

σου γράφω ξαπλωμένη στο χαλί, έτσι όπως μου άρεσε πάντα να κάθομαι. Σήμερα που ξανάνοιξε η ΕΡΤ, θυμήθηκα ένα ταξίδι που είχα κάνει με τη δουλειά στη Μεσσηνία, και στο αυτοκίνητο ακούγαμε Δεύτερο Πρόγραμμα μέχρι και στο πιο απίθανο κατσάβραχο. Μια μέρα σε ένα πολύ απόμερο χωριό, ψιλοεγκαταλελειμμένο, είδαμε από το αυτοκίνητο έναν παππού, από αυτούς που έχουν γίνει ένα με το τοπίο, ο οποίος καθόταν μόνος σε μια καρέκλα έξω από την πόρτα του σπιτιού. Μας είπε να μας φτιάξει καφέ, όμως εμείς του είπαμε ότι έχουμε πολλή δουλειά και λίγο χρόνο και φύγαμε γρήγορα. Έτσι έχουμε μάθει εμείς της πόλης βλέπεις, να τα κάνουμε όλα γρήγορα και να μη δίνουμε χρόνο στους ανθρώπους. Ακόμα μετανιώνω που δεν κάτσαμε είκοσι λεπτά να πούμε δυο λόγια με εκείνο τον παππού. Μπορεί να ήμασταν οι μόνοι άνθρωποι που έβλεπε μετά από καιρό. Σήμερα όμως τον σκέφτηκα γιατί αν ανοίξει το ραδιόφωνο του θα ακούσει ξανά μουσική. Αν δε κοιμήθηκε σήμερα λίγο πιο αργά, μπορεί να άκουσε και το καπνισμένο τσουκάλι, και να αδερφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα, ήσυχα κι απλά.

Θα έχεις μάθει και για τον άλλο παππού, αυτόν που μένει κάτω από το σπίτι μου, είναι συλλέκτης δίσκων και τις Κυριακές βάζει ρεμπέτικα στη δια πασών. Την 1μαγιά μάλιστα, τραγουδούσε δυνατά δεν θα περά- δεν θα περάσει ο φασισμός και επιβεβαίωσα τις υποψίες μου ότι είναι δικός μας, γιατί ξέρεις, δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τίποτα, το φίδι ζει ανάμεσά μας και στο λέω ειλικρινά, πολύ θα ήθελα να πιστέψω αυτό που έγραψες κάποτε, πως μια μέρα θα πεθάνει ο φασισμός.

Χαίρομαι που άνοιξε η ΕΡΤ και για έναν άλλο λόγο, γιατί δεν θα ξανακούσω ποτέ ξανά στο αυτοκίνητο την ηλίθια που έκανε εκπομπή τα πρωινά στη μέντα, και μια μέρα πήρα τηλέφωνο και την έκραξα, γιατί διάβαζε χαζογελώντας ένα άρθρο που έλεγε ότι οι χρυσαυγίτες βουλευτές είναι οι πιο ευγενικοί στο κυλικείο της βουλής, καταλαβαίνεις, οι άνθρωποι του δεν τρέχει τίποτα και του έλα μωρέ, που βάζουν καθημερινά το φασισμό στη ζωή μας χαμογελώντας γλυκά. Χθες το βράδυ την ώρα που γυρνούσα σπίτι, έβαλα δυνατά δεύτερο στο αυτοκίνητο με ανοιχτά παράθυρα, και άκουσα χαμογελώντας την όμορφη πόλη, σαν και τη δικιά μας που μας τρώει τα σωθικά.

Το άλλο που ήθελα να σου πω είναι ότι πήγα μετά από 6 ολόκληρα χρόνια στη Ρώμη, και ένιωσα σαν στο σπίτι μου, σαν να ήταν χθες που έφυγα. Δεν μπορώ ακριβώς να σου εξηγήσω γιατί, όμως να ξέρεις πως η πόλη αυτή δεν είναι μόνο αξιοθέτατα και σπαστικοί τουρίστες. Είναι π.χ. το San Calisto Bar που το έδειχνε και στο Grande Bellezza, που μοιάζει με το καφενείο του χωριού μου, έχουν μέχρι και παρόμοια μυρωδιά, όμως παίρνεις με 1 ευρώ granita di caffe con panna και το πιο ωραίο παγωτό σοκολάτα, είναι ο Τίβερης με τις γέφυρές του που βλέπαμε στις όχθες του εκείνο το καλοκαίρι αγώνες ποδοσφαίρου, είναι το αγαπημένο μου bar στον κόσμο Freni e Frizioni, που έχει πάντα τους πιο όμορφους barmen και τζάμπα φαγητό, είναι το Giardino degli Aranci, ένας κήπος με πορτοκαλιές και κάτω χαλίκια, που βλέπεις τη Ρώμη πιάτο σαν σε θερινό σινεμά, και το ηλιοβασίλεμα χάνεται πίσω από εκείνα τα δέντρα με τον ψηλό κορμό και το φύλλωμα σαν σύννεφο, είναι πια και η σοφίτα της Βαρβάρας που κοιμήθηκα με το αγόρι μου και του έδειξα τη Ρώμη Μου. Κάποια μέρα, μπορεί να στη δείξω κι εσένα.

IMG_6295

Κατά τα λοιπά, καλοκαίρι στην Αθήνα και τέτοια, να μας καταπίνει λίγο λίγο την ψυχή.

Σε φιλώ,

Α.

δωράκι:

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s