Δυο καφάσια, το ένα πάνω στο άλλο και ένα κάθισμα πλοίου

“Υπάρχουν ευτυχώς ακόμα μερικά καφενεία σε απομονωμένα χωριά και στις εξοχές τόσα απροσδόκητα χαμομήλια αγριάγκαθα και θυμάρια. Και τα πρώτα φώτα μιας πόλεως ανάβουν ακόμα όπως παλιά και τα ολάνοιχτα παράθυρα του ύπνου ακόμα δεν πάλιωσαν.” Θ.Γκόρπας

Από τότε που έχασε την Ειρήνη η ζωή έγινε κάπως μονότονη. Παιδιά δεν είχαν, εγγόνια δεν είχαν, έμεινε μόνος του στο σπίτι. Μόνη του παρέα οι χιλιάδες δίσκοι που αγόρασε μέσα στα χρόνια. Πολλά λεφτά αξίζουν τώρα. Γι΄αυτόν όμως δεν είναι λεφτά, είναι οι φίλοι του, ένας ένας δίσκος και μία μία κασέτα χωριστά. Φίλοι καρδιακοί που ποτέ δεν τον πρόδωσαν. Ήταν εκεί στις χαρές και στα δύσκολα, Χατζιδάκις, ο Γκάτσος, ο Μίκης, ο Τσιτσάνης, ο Παγιουμτζής, όλοι εκεί στα ράφια τα ποτέ σκονισμένα. Την πρωτομαγιά έβαζε Λοίζο, τις Κυριακές τα μεσημέρια ρεμπέτικα, άλλες φορές νησιώτικα. Η Ειρήνη του έλεγε καμιά φορά, πιο πολύ αγαπάς τους δίσκους σου παρά εμένα. Και που είσαι τώρα Ειρηνάκι; Αυτοί είναι όλοι ακόμα εδώ. Και οι αγαπημένοι σου, και αυτοί που ποτέ δεν σ’αρέσαν.

Κάθε Σάββατο πρωί πήγαινε στη λαϊκή, και με Ειρήνη και χωρίς Ειρήνη, ήξερε από που θα πάρει πορτοκάλια, πατάτες, κρεμμύδια, όλους τους γνώριζε καλά. Αυτό το Σάββατο ντύθηκε για τη λαϊκή και για να πάρει εφημερίδα, δύσκολο πράγμα η μοναξιά σκέφτηκε. Όπως προχωρούσε είδε πάνω στη Φορμίωνος δυο καφάσια το ένα πάνω στ’ άλλο. Σαν κάθισμα πλοίου του φάνηκαν, ούτε και θυμάται πόσο καιρό έχει να μπει σε πλοίο. Μόνο στα πλοία των τραγουδιών έμπαινε μια ζωή. Είπε να κάτσει λίγο να κάνει ένα τσιγάρο, να ξεκουράσει τα πόδια του, να δει και τη θέα από το πλοίο. Θάλασσα μπλε και απέραντη έβλεπε όσην ώρα κάπνιζε, είδε κάπου στο βάθος και την Ειρήνη να τον χαιρετάει μέσα στο κόκκινο ολόσωμο μαγιό της. Αχ ρε Ειρήνη, σκέφτηκε, να ζούσες να πηγαίναμε εκείνο το ταξίδι που πάντα λέγαμε και ποτέ δεν κάναμε.

Θυμήθηκε μετά την κηδεία που μάζεψε από τη ντουλάπα όλα της τα ρούχα και τα έριξε στον κήπο. Τους έβαλε φωτιά, άναψε τσιγάρο και έβαλε να ακούσει Άκη Πάνου και μετά έβαλε αυτό και σηκώθηκε κιόλας να το χορέψει:

Δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ
μέτρο δεν έχει η αγάπη
είναι απ’ τον ήλιο πιο ψηλά
και δεν τη φτάνει μάτι

Ήταν μια σπίθα στην αρχή
και μιας βροχής ψιχάλα
κι έγινε η σπίθα πυρκαγιά
και πέλαγος η στάλα

Η αγάπη που μας έδεσε
πόνο δε θα γνωρίσει
είμαστε δυο σταλαγματιές
από την ίδια βρύση

Ήταν μια σπίθα στην αρχή
και μιας βροχής ψιχάλα
κι έγινε η σπίθα πυρκαγιά
και πέλαγος η στάλα

Σίγουρα τον κοίταζε από ψηλά και τραγουδούσε κι αυτή.

Τελείωσε το τσιγάρο, μάζεψε τις σακούλες, και γύρισε στο σπίτι, το γεμάτο φίλους.

11210495_10204077361868192_1590907939680214929_n

Την επόμενη μέρα πήγε στον Πειραιά και πήρε το πρώτο πλοίο για την Αίγινα. Με εισιτήριο χωρίς επιστροφή.

*bonus track

Advertisements

2 thoughts on “Δυο καφάσια, το ένα πάνω στο άλλο και ένα κάθισμα πλοίου

  1. sbcmarkos says:

    Υπέροχο κείμενο. Γεμάτο εικόνες και συναίσθημα!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s