Μεγάλη Παρασκευή

Μεγάλη Παρασκευή.

Εκεί που περπατούσα στα στενά της Πλάκας και μύριζαν τα νυχτολούλουδα και τα γιασεμιά, παρέα με δυο γάτες χρώματος μπεζ η μία και κανελί η δεύτερη, βρέθηκα μπροστά στην πόρτα μιας μικρής εκκλησίας. Μπήκα και είδα τον στολισμένο με λουλούδια επιτάφιο, και κατευθύνθηκα προς την πίσω αυλή, μωρέ μπράβο ακάλυπτο η εκκλησία σκέφτηκα, μια ωραιότατη μεγάλη αυλή, με θέα τον ιερό βράχο και τα μάρμαρα του Παρθενώνα, μεγάλες γλάστρες, πεζούλια γεμάτα κόσμο, και τοίχους χρώματος γαλάζιο και σάπιο μήλο.

11074923_10203896165858405_7336674408351284568_o

Δεν ξέρω τι με ώθησε να μπω και να καθίσω σε ένα από τα πεζούλια της αυλής της εκκλησίας ως το τέλος (σίγουρα το μόνο ενοχλητικό ήταν τα υπερβολικά βαριά αρώματα των μεσήλικων γυναικών), καθώς δεν είμαι της θρησκείας, ούτε των εθίμων. Η αλήθεια είναι όμως ότι η μεγάλη εβδομάδα κάθε χρόνο κάτι μου κάνει, τα μελαγχολικά τραγούδια στο ραδιόφωνο, οι ύμνοι που ακούγονται από τις εκκλησίες, η άνοιξη που ήρθε, τα λουλούδια που ανθίσαν ξανά με χρόνο ζωής ως το καλοκαίρι, τα πιο ελαφριά ρούχα, ο αποχαιρετισμός των μπουφάν και των πουλόβερ. Αυτή η μυρωδιά της φύσης που εισβάλλει απρόσκλητη και ασταμάτητη στα τσιμεντένια κουτιά και στα κοιμισμένα μας μυαλά. Η φωνή του Μπιθικώτση στον επιτάφιο του ρίτσου, η γιαγιά μου που μετά από πολέμους, πείνες και θανατικά ακόμα πιστεύει ότι υπάρχει θεός, και ένας σκύλος που κοιμάται στο λιγοστό πράσινο που υπάρχει ανάμεσα στις πολυκατοικίες.

*

Νομίζω πως δεν την αδικώ τη γιαγιά μου που πιστεύει ότι υπάρχει θεός. Όποτε είμαστε οι δυο μας μου λέει δύσκολα χρόνια, αλλά και αυτά που ζήσαμε εμείς άλλο πράγμα. Παράπονό της που δεν τη στείλανε σχολείο. Κάθε φορά λέει άμα είχα πάει εγώ σχολείο θα ήμουνα επιστήμονας. 6 χρονών την έστειλαν να φυλάει τα πρόβατα. Έμαθε κάτι λίγα γράμματα από το θείο της που ήταν γιατρός, όποτε την επισκεπτόταν στο χωριό. Είχε δει λέει και το Βελουχιώτη, ο πατέρας της τους έδωσε να φάνε. Και τότε έτσι ήταν μου είπε, λίγοι ενδιαφερόντουσαν, οι περισσότεροι κοιτούσαν τη βολή τους. Απλοί άνθρωποι, ζούσαν με λίγα όχι σαν κι εμάς.

Δεν ξέρω τι είδους φλόγα καίει στην ψυχή αυτών των ανθρώπων, που είδαν τόσα τα μάτια τους, που πέρασαν πείνες και θανάτους και φτώχεια, πάντως η γιαγιά μου κάθε φορά μου λέει να έχεις δύναμη στη ζωή και να παλεύεις, να μην το βάζεις κάτω, δε βλέπεις κι εμάς που καταφέραμε και ζήσαμε.

Είδα μια μέρα από κοντά τον Ουαλίντ, τον Αιγύπτιο που βασανίσανε κάτι ανθρωπάρια στη Σαλαμίνα. Ούτε σε αυτού την ψυχή μπορώ να καταλάβω τι είδους φλόγα καίει, και έχει τόση δύναμη και πίστη στον άνθρωπο μετά από όσα του έκαναν. Δάκρυζε με τους ανθρώπους που του έλεγαν να έχει δύναμη. Ένιωθα εκείνη την ώρα τόση ντροπή, λες και έφταιγα εγώ για ό,τι του συνέβη. Ένιωθα ότι δεν μου αξίζει να τον κοιτάω στα μάτια, ότι πρέπει εγώ να κοιτάω κάτω, και όχι αυτός.

Πολλά δεν μπορώ να καταλάβω αλλά δε βαριέσαι. Τουλάχιστον πάντα θα υπάρχουν λίγοι άνθρωποι με τους οποίους θα κάνουμε χωριό.

*

Φέτος θα κάνω Πάσχα στο νησί. Άλλη μια φορά πήγα, δεν είναι όπως το καλοκαίρι. Έχει μια ηρεμία, έχει θάλασσα, έχει πλακόστρωτα σοκάκια και βουκαμβίλιες. Έχει αυτή την ατμόσφαιρα της μεγάλης εβδομάδας που έλεγα πιο πάνω. Να διώξουμε λίγο το χειμώνα από πάνω μας. Να φύγει.

*

Όσο υπάρχουν τραγούδια σαν κι αυτό, που δυστυχώς σχεδόν ποτέ δεν τα ακούς τυχαία, τόσο θα υπάρχει μια μικρή ελπίδα. Κάπου μακριά, στο βάθος.

DSCN0499

Ίσως η μεγάλη εβδομάδα μου είναι οικεία γιατί χώνομαι λίγο μέσα στην ψυχή μου, λίγο ηρεμώ και παρατηρώ, σε αντίθεση με τον υπόλοιπο καιρό που όλο τρέχω κάτι να προλάβω.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s