Μοτοκούζι

κρατάς το μεγάλο σχέδιο σφιχτά στα χέρια

(Τίτλος και απόφαση ^ από Στέρεο Νόβα)

[Κάποια μέρα θα με ξαναδείς στο δρόμο και θα μου πεις: ετοίμασε τα πράγματά σου, φεύγουμε. Θα πάρω στο γραφείο και θα προφασιστώ ασθένεια. Θα τρέξω στο σπίτι, θα προσπεράσω όλα τα ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ, τα δάνεια, τους φόβους μου και τα άγχη. Θα πάρω μια μικρή τσάντα,δυο  ρούχα, όλο το στοκ της κολώνιας βανίλια, πέδιλα.] Τότε λέω να ξεχάσω.

Είχαμε πάει με τα κορίτσια για κρασιά, κάπου στα Πετράλωνα. Βγαίνοντας από το μαγαζί, σχεδόν παραπατώντας τον είδα. Στάθηκα για λίγο και τον κοίταζα, κρατούσε ένα σκύλο και μιλούσε στο τηλέφωνο. Ήμουνα τότε με τον Πέτρο, μου ‘χε βγάλει την ψυχή μου ΄χε βγάλει, κάτι μπρος πίσω, κάτι πήγαινε έλα, απόφαση δεν το ‘παιρνα να φύγω μακριά. Από τη ζαλάδα μου μισόκλεισα τα μάτια μου για να σιγουρευτώ για την εικόνα που έβλεπα, ερωτεύτηκα, σκέφτηκα από μέσα μου, νομίζω έβγαλα και ένα αχ, και έφυγα.

Μετά τον ξαναείδα σε μια πορεία. Ήταν αναμαλλιασμένος και αναψοκοκκινισμένος και φώναζε δυνατά. Είναι απ’ αυτούς τους ανθρώπους που δεν χορταίνεις να τους κοιτάς. Κάτι έχουν τα μάτια του, οι κινήσεις, η φωνή. Όποτε ξαναπήγα σε πορεία σκάναρα το πλήθος μήπως τον δω. Νομίζω κιόλας πως σε μια στιγμή με κοίταξε. Ένιωσα τα πόδια μου να λυγίζουν. Κάπου στο πλήθος τον έχασα.

Πάνε χρόνια, ήταν ένα απ’ αυτά τα Σάββατα που δεν ήθελα με τίποτα να βγω να συνδιαλλαγώ με τη χαρά και τον ενθουσιασμό των ανθρώπων που βγαίνουν και γεμίζουν τα μπαρ, τελικά με έπεισαν λόγω κάτι γενεθλίων. Αν θυμάμαι καλά πήγαμε κάπου στην Πλάκα για ούζα, ντύθηκα κακήν κακώς, στέγνωσα τα μαλλιά μου και οδήγησα ως εκεί. Να μη στα πολυλογώ με το που έφτασα καθόταν ακριβώς στη θέση απέναντι μου, φίλος φίλου. Δεν σταμάτησα να τον κοιτάω και να γελάω σα χαζή με ό,τι έλεγε. Σιγά σιγά αραιώναμε, το ούζο με είχε βαρέσει κατακέφαλα, η φωνή μέσα μου του φώναζε, εγώ! εδώ! , τελικά καταλήξαμε οι δυο μας να κάνουμε βόλτες στη νυχτερινή Πλάκα, είδαμε κάτι σπίτια για όταν θα παντρευόμασταν, μπήκαμε κρυφά σε μια αυλή με ένα φοίνικα, κάτσαμε απέναντι από τη φωτισμένη Ακρόπολη, 7 το πρωί με άφησε στο αυτοκίνητο κι έφυγε. Δεν με φίλησε.

Τα ενδιάμεσα δεν τα θυμάμαι καλά. Μόνο την πρώτη μέρα και την τελευταία. Επιλεκτική μνήμη σου λέει μετά. Μαλακίες. ‘Αμα θέλω θυμάμαι και την παραμικρή λεπτομέρεια.

Εκείνο το βράδυ δώσαμε πρώτο ραντεβού μια Πέμπτη, στο Θησείο. Παλιές ιστορίες εγώ, παλιές ιστορίες κι αυτός, καταλήξαμε πως η καλύτερη ιδέα ήταν να βρισκόμαστε κάθε Πέμπτη στις 6. Συγκεκριμένο μέρος, το πολύ μία ώρα επιτρεπόμενη καθυστέρηση, μετά φεύγαμε. Στα τέσσερα αυτά χρόνια να ΄φυγα και μια φορά. Εκείνος δύο αν δεν κάνω λάθος. Τι κάναμε τις υπόλοιπες μέρες δεν είχε σημασία, δε ρωτούσα, δε ρώτησε, η βδομάδα όλη ήταν η Πέμπτη. Κάτι σοβαρό τόσα χρόνια δεν κάναμε. Με άλλους. Μεταξύ μας ήταν σοβαρότερο από άλλες σχέσεις, αλλά και τι σκατά πάει να πει σοβαρό. Ερωτευτήκαμε, αγαπηθήκαμε κι αυτό ειν’ όλο. Δεν είχα τίποτα δικό του, τηλέφωνα, διεύθυνση, επίθετο, τίποτα. Τα είχα όμως όλα. Οι Πέμπτες μας, μια ολόκληρη ζωή. Δεν ξέρω αν είχε μιλήσει για μένα σε κανέναν, πάντως όταν αποφάσισα να μην ξαναπάω κανείς δεν με έψαξε. Τις πρώτες μέρες κοιτούσα συνέχεια το κινητό μου, λες και θα μπορούσε να το ξέρει. Ήμουνα τόσο λίγη, σοβαρός ο λόγος που έφυγα απ’ την Αθήνα, αλλά δεν του είπα τίποτα, θα ήταν σαν να μειώνω το μεγαλείο μας με μια φτηνή (ή και όχι τόσο φτηνή) δικαιολογία. Πως τελειώνεις κάτι τέτοιο; Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να τελειώσει ποτέ.

Η αλήθεια είναι πως πια όταν τα σκέφτομαι καταλήγω να με θυμάμαι καθισμένη με τον κώλο να ακουμπάει στο παγωμένο πάτωμα του σπιτιού στο νησί και τα χέρια μου γύρω από τα γόνατα. Τα μάτια μου κόντευαν να πεταχτούν έξω, δεν χωρούσαν άλλα δάκρυα. Ούτε άλλες σκέψεις, αν, τι, γιατί και πως. Προσπαθούσα να κρατηθώ από τους άσπρους τοίχους αλλά μάταια.

Τον ξαναθυμήθηκα μετά από χρόνια ένα καλοκαίρι στη Σύρο, που ανέβαινα δύο δύο τα σκαλιά μπας και θρέψει η ψυχή μου από τη θέα. Ανεβαίνω το τελευταίο σκαλί, παίρνω ανάσα και βγαίνει από μέσα μου αυτό το ΧΜΜ του Λοϊζου. Που να είναι τώρα, με ποια, του συγχωρώ τα πάντα, ως και το να ξέχασε. Εμένα δεν συγχωρώ.

Τι σωτήριο/σωσίβιο που δεν αλλάζουν τα σπίτια μυρωδιά όσο λείπεις σε διακοπές. [Σε περίπτωση που ναυαγήσει το μεγάλο σχέδιο.]

f6e8a12f46a2b14cf52e6d0e7db9057f

(photo από pinterest)

*Το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποτε ξερολιθιές, πεφταστέρια, θυμάρι.

Advertisements

5 thoughts on “Μοτοκούζι

  1. evΖin says:

    “Τι σωτήριο/σωσίβιο που δεν αλλάζουν τα σπίτια μυρωδιά όσο λείπεις σε διακοπές. [Σε περίπτωση που ναυαγήσει το μεγάλο σχέδιο.]”

    τι κοβέντα ήταν αυτή ρε κορίτσιν, τι κοβέντα!!!!!

  2. 7simetra says:

    με τσακισες

  3. tokaranti says:

    δεν το ΄θελα :/

  4. […] Χθες διάβασα αυτό: […]

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s