Επόμενη στάση: Ακρόπολη

[1]
Μετρό Άγιος Δημήτριος Φεβρουάριος 2009
Ήταν από τους ανθρώπους που τους βλέπεις και σου ‘ρχεται να πας να τους “συμμαζέψεις”. ‘Έγερνε προς τα δεξιά λόγω της μισάνοιχτης υπερμεγέθους δερμάτινης τσάντας, το πλεκτό κασκόλ κόντευε να γλείψει το πάτωμα, τα κορδόνια από τα κόκκινα βελουτέ μποτάκια λυτά, στο άλλο χέρι πάνινη τσάντα με σχέδια της σχολής και χάρακες. Για να μη μιλήσω για τα μαλλιά. Κατάμαυρες μπούκλες ατίθασες που όσο κι αν προσπαθούσε να τις χωρέσει σε ένα φλοράλ κοκκαλάκι, πάντα κάποιες θα έπαιρναν το δρόμο τους. Ασημένιοι κρίκοι, δαχτυλίδια, μαύρο skater φόρεμα με στενά μανίκια και μαύρο διαφανές καλσόν να φαίνονται οι γάμπες της, που όλα τα κορίτσια τις κοίταζαν με μίσος. Ο χειμώνας δεν της άρεσε, καταπιεζόταν μέσα σε τόσα ρούχα και τα πόδια της ένιωθαν καλά μόνο ασφαλισμένα μέσα σε πέδιλα. Υπέφερε με το κρύο και κυκλοφορούσε πάντα σαν μια κινητή ντουλάπα. Α, ούτε το μετρό της άρεσε, θες κλειστοφοβία, θες αγοραφοβία, έμπαινε μόνο όταν δεν είχε άλλη επιλογή και στο mp3 της υπήρχε ειδική λίστα με όνομα “κάνε λιγάκι υπομονή” όπου έβαζε ένα αγαπημένο της τραγούδι για κάθε διαδρομή μεταξύ δύο στάσεων.
Εκείνη την Τρίτη είχαν απεργία τα ταξί και τα λεωφορεία, το αυτοκίνητό της είχε μείνει πάλι στη μέση του δρόμου, έπρεπε να πάει να δώσει αυτό το καταραμένο το μάθημα, θα πήγαινε με το μετρό. Σχεδόν πήδηξε μέσα στο βαγόνι την ώρα που έκλειναν οι πόρτες, είχε αργήσει, πάτησε το πρώτο τραγούδι να παίζει στα ακουστικά και βολεύτηκε όρθια δίπλα στην πόρτα. Εκείνος στεκόταν απέναντί της, μαύρα ρούχα, κοντά μαύρα μαλλιά, γαλανά μάτια τα οποία κοιτούσαν μια εκείνη και μια τα κορδόνια της που ήταν λυτά. Ντράπηκε, έσκυψε να τα δέσει, τι όμορφος θεέ μου σκέφτηκε, όταν σηκώθηκε της χαμογέλασε. Είχε τόσο δυνατό βλέμα που ένιωθε σαν να της βγάζει ένα ένα τα ρούχα, στο τέλος είχε μείνει με το βρακί, ανάθεμα σκέφτηκε, σήμερα βρήκα να βάλω εκείνο το τεράστιο άσπρο βρακί με τις βούλες, το άλλαξε στο μυαλό της με εκείνο το μαύρο το δαντελένιο που της είχε χαρίσει η Χριστίνα και τον κοίταξε κι αυτή γδυτή έτσι όπως ακουμπούσε στην πόρτα του μετρό. Κάπου στο βάθος ακούστηκε “Επόμενος σταθμός Ακρόπολη”, ο τύπος κατέβηκε, έκατσε στην καρέκλα της αποβάθρας και της έκανε νόημα να κατέβει. Ώσπου να το συνειδητοποιήσει η πόρτα έκλεισε και το μετρό συνέχισε προς Σύνταγμα. Έγινε έκρηξη στο κεφάλι της, η πορεία των σκέψεων πήγε κάπως έτσι: θα χάσω το μάθημα, ποιος το χέζει το μάθημα, είναι τόσο όμορφος, πρέπει να γυρίσω πίσω, επόμενος σταθμός Ακρόπολη ξανά. Έτρεξε σε χρόνο ρεκόρ για να βγει στην απέναντι αποβάθρα, πήρε το μετρό για πίσω, το κινητό της χτυπούσε συνέχεια, η φίλη της στη σχολή της είχε κρατήσει θέση. Κατέβηκε αναμαλλιασμένη στην Ακρόπολη, σκάναρε όλη την αποβάθρα, ο τύπος πουθενά. Την πάτησα ωσάν πρωτάρα, θα έλεγε αργότερα στη Ματίνα. Είχε αργήσει τόσο ώστε να χάσει το μάθημα, αποφάσισε να κάνει καμιά βόλτα στην Πλάκα, είχε και ήλιο.
Το βράδυ τον ονειρεύτηκε να τρέχει δίπλα της σε μια πορεία.

[2]
Φανάρι πλατείας Συντάγματος Ιούλιος 2010
Χώρισε με την Αγγελική πριν 4 μήνες, πολύ καιρό σκεφτόταν πως δεν πήγαινε άλλο, απορεί τώρα γιατί καθόταν. Κυριακή και είπε να πάει καμιά βόλτα με τα πόδια να ξελαμπικάρει το μυαλό του. Ανεβαίνει την Ερμού και σταματάει στο φανάρι της πλατείας. Ακούει στα ακουστικά κάτι ελληνικά πανκ και κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω. Απέναντι περιμένει λαός για να περάσει όπως πάντα. Ξεχωρίζει κάτι γυναικείες γάμπες, ανάθεμα στα σορτσάκια και τις φούστες, μας παίρνετε τα μυαλά καλοκαιριάτικα, σκέφτηκε. Δεν μπορούσε να σταματήσει να κοιτάζει, δεν φαινόταν όμως το πρόσωπό της. Ανάβει πράσινο, αρχίζει να περπατάει και προσπαθεί να διακρίνει το πρόσωπο της κοπέλας με τις ωραίες γάμπες. Τη βλέπει να περνάει δίπλα του, σκαλώνει, είναι εκείνη η κοπέλα από το μετρό, με τα λυτά κορδόνια, που της έκανε νόημα να κατέβει κι εκείνη συνέχισε, καλύτερα είχε σκεφτεί τότε, που να μπλέκω, πως να χωρίσω ξαφνικά με την άλλη. Προσπαθεί να σκεφτεί κάτι να της τραβήξει την προσοχή, τελευταία στιγμή βλέπει τα δάχτυλά της τυλιγμένα στην παλάμη ενός ψηλού μουσάτου, φτάνει απέναντι και μένει να την κοιτάει να χάνεται μέσα στον κόσμο που κατεβαίνει την Ερμού.
Το βράδυ την ονειρεύτηκε γυμνή δίπλα του σε μια ψάθα με τα μαλλιά της αλατισμένα από θαλασσινό νερό.

[3]
Αστυπάλαια Αύγουστος 2011
Φεύγει απ’ το νησί της για Αστυπάλαια, οι φίλοι της ήταν ήδη εκεί, θα πήγαινε για ένα τριήμερο. Στο πλοίο καταριότανε αυτούς που βάζουν τόσο δυνατά τα aircondition, καλοκαίρι στις Κυκλάδες και βράδυ δεν σημαίνει καύσωνας ρε πούστη μου, τυλίχτηκε με το παλιό sleeping bag και προσπάθησε να κοιμηθεί. Στο μέσο της διαδρομής κατάλαβε ότι αδιαθέτησε, πολύ καλά τα πάμε ως τώρα σκέφτηκε, τρεις μέρες και ούτε ένα μπάνιο δεν θα κάνω, μετά από ένα οχτάωρο έφτασε στο νησί με σχήμα πεταλούδας και ένα μπαρ που είχε το όνομά της. Κατέβηκε κουβαλώντας τσάντα και όλα τα συμπράγκαλα του κάμπινγκ, ρώτησε πώς θα πάει ως εκεί, της έδειξαν ένα μινι βαν που ήταν ήδη γεμάτο. Όπως περπατούσε προς τον κόσμο που περίμενε να φύγει για τη χώρα, κάπου μπερδεύτηκε το πέδιλο με τη φόρμα της, ούτε κι αυτή κατάλαβε καλά καλά, πάρτην κάτω με τα γόνατα. Ευχήθηκε να ανοίξει η γη να την καταπιεί, οι παλάμες της έτρεχαν αίμα, το γόνατο πρήστηκε, η φόρμα σκίστηκε. Τα πράγματά της σκορπίσανε εδώ κι εκεί πάνω στην τσιμεντένια προβλήτα. Πήρε βαθιά ανάσα για να σηκωθεί, νιώθοντας όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω της. Κάποιος πιο ευαίσθητος από τους άλλους που προσπαθούσαν να πνίξουν τα γέλια τους της έδωσε το χέρι του για να σηκωθεί, σήκωσε το κεφάλι της να τον κοιτάξει, ήταν ο τύπος από το μετρό και από το φανάρι στο Σύνταγμα. Την πρώτη φορά την άδειασε, την δεύτερη έκανε ότι δεν τον είδε, ήταν άλλωστε με το Χρήστο, τώρα δεν μπορούσε να το αποφύγει. Ιδανικές συνθήκες, σε νησί, αυτή ελεύθερη, αυτός; Αυτός ήταν στο λιμάνι γιατί έφευγε με τους φίλους για άλλο νησί. Είπαν δύο κουβέντες, ευχαριστώ, θες να σε βοηθήσω με τα πράγματα, όχι θα χάσεις το πλοίο σου, μακάρι να χάσεις το πλοίο σκέφτηκε, ήθελε να του δώσει το τηλέφωνό της, δεν έκανε τίποτα τελικά.
Το βράδυ τον ονειρεύτηκε να την κοιτάει από το βάθος ενός μπαρ που είχε το όνομά της.

[4]

Οδός Μασσαλίας Μάρτιος 2013
Κάθεται με τον Κώστα για ένα ποτό σ’ εκείνο το ημιυπόγειο καφέ. Ζεστό κρασί με πορτοκάλι και κανέλα εκείνος, τζιν με τόνικ κλασικά ο Κώστας. Έπρεπε να τα πουν, να του πει τι να κάνει με αυτήν την καινούρια που έμπλεξε και μάλλον για να του βγάλει την ψυχή το πάει. Σαν γκόμενα κάνεις ώρες ώρες αδερφέ μου του είπε ο άλλος, φίλος να σου πετύχει. Το μαγαζί σιγά σιγά γεμίζει, τα λένε, καιρό είχαν να τα πουν, τα είπαν όλα τελικά, τέσσερις ώρες και τέταρτο έκατσαν, δεν πάμε λίγο να περπατήσουμε είπαν σχεδόν μαζί. Σηκώνονται να βάλουν παλτό και εκείνη τη στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η κοπέλα από το μετρό, το φανάρι στο Σύνταγμα, το λιμάνι της Αστυπάλαιας και κάθεται στο διπλανό τραπέζι. Γουρλώνει τα μάτια στο φίλο του, -πρέπει να σου πω- το ύφος του, ξανακάθονται, μετά από λίγο μπαίνει και ένας τύπος που την ακολουθεί και κάθεται δίπλα της. Την έχει πλάτη, δεν τον έχει δει, αρχίζει να λέει στο φίλο του τι έχει συμβεί με δαύτην, ενώ εκείνος προσπαθεί να κρυφακούσει τι λέει εκείνη με τον διπλανό της. Η καρδιά του κοντεύει να σπάσει, ο Κώστας του λέει με νόημα αδέρφια είναι, η καρδιά του αρχίζει να χτυπάει ακόμα πιο δυνατά, πρέπει να της μιλήσεις του λέει, το ξέρω, λες να μην το ξέρω, σηκώνεται και πάει τουαλέτα μπας και τον δει, περνάει ακριβώς δίπλα της. Γυρνώντας λέει στον άλλο θα της μιλήσω και ‘ο,τι γίνει. Το πολύ πολύ να χρειαστεί να γίνουμε καπνός, μαθημένα τα βουνά στα χιόνια είπε και γέλασαν. Κάνει νόημα στον Κώστα να σηκωθεί, προχωράει προς το μέρος της με αποφασιστικότητα και της λέει Κυριακή 9 η ώρα μετρό Ακρόπολη, της δίνει το χαρτάκι και φεύγει σχεδόν τρέχοντας.
Το βράδυ την ονειρεύτηκε να κάθεται σε μια κόκκινη βελούδινη πολυθρόνα και να γελάει δυνατά, οι μπούκλες της της έκρυβαν το πρόσωπο.

[5]
Κυριακή 9 η ώρα, μετρό Ακρόπολη
Κάνει μπάνιο, ξυρίζει τα πόδια της, φοράει εκείνο το μαύρο φόρεμα, πάνε δυο χρόνια που έχει να το βγάλει απ’ τη ντουλάπα. Θα με αναγκάσει να ξαναμπώ στο μετρό πανάθεμά τον σκέφτεται καθώς βάζει το καλσόν της. Μόνο και δεν είναι εκεί, συνεχίζει η σκέψη της.
Κάνει μπάνιο, βάζει το μαύρο παντελόνι του, άραγε θα ‘ρθει σκέφτεται, αν δεν έρθει θα πάω καμιά βόλτα να με χτυπήσει το κρύο να συνέλθω, όχι ρε τι μαλακίες σκέφτεσαι, αφού θα ‘ρθει συνεχίζει η σκέψη του.
Εκείνη μπαίνει Άγιο Δημήτριο 9 παρά δέκα, βάζει ακουστικά, ακουμπάει στην πόρτα, η καρδιά της πάει να σπάσει.
Εκείνος μπαίνει Νομισματοκοπείο 9 παρά τέταρτο, ακουμπάει στην πόρτα, η καρδιά του.. αγχώνονται ρε τα παλικάρια σκέφτεται τον φίλο του να λέει και γελάει μόνος του.
Επόμενη στάση Ακρόπολη.
Επόμενη στάση Ακρόπολη.
Εκείνη κατεβαίνει στη δεξιά αποβάθρα, εκείνος στην αριστερή. Κοιτάζονται χαμογελούν, της κλείνει το μάτι. Στα ακουστικά της παίζει . Πέντε ολόκληρα λεπτά κοιτάζονται, περνάνε οι συρμοί, αυτοί εκεί. Στο τέλος κάνουν σήμα ο ένας στον άλλο, και επιβιβάζονται στους επόμενους συρμούς που περνάνε. Ως την επόμενη φορά της φωνάζει κι αυτή του κλείνει το μάτι.

Καμιά φορά έχει τη γοητεία του το τυχαίο.

884c67c347a6aff53e20ca47cffdb7f8

Το βράδυ ονειρεύτηκαν ότι ……. (δικό σας)

 

Advertisements

2 thoughts on “Επόμενη στάση: Ακρόπολη

  1. κάπου το ξέρω αυτό το κορίτσι…χμμ
    ναι σίγουρα το ξέρω…
    το χω συναντήσει κι εγω

    ωραία η ιστορία σου.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s