“Ματωμένα χώματα”

Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε η Σμύρνη μας! Γκρέμισε η ζωή μας! Η καρδιά, τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει που να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλύτης άδραξε στα νύχια του εκείνο το πλήθος και το αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο, φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει λέει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει: Γονάτισε, γκιαούρη! Και γονατίζει. Ξεγυμνώσου! και ξεγυμνώνεται. Άνοιξε τα σκέλια σου! Και τ’ ανοίγει. Χόρεψε! Και χορεύει. Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει. Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται. Αχ ο τρόμος! Όποια γλώσσα κι αν μιλάς, λόγια δεν θα βρεις να τόνε περιγράψεις.”  

Ματωμένα Χώματα, Διδώ Σωτηρίου

image003

Από το αρχοντικό σπίτι που έπιανε ένα ολόκληρο τετράγωνο στην άλλη άκρη του Αιγαίου, βρέθηκαν ξαφνικά να στέκονται μπροστά σε ένα οικόπεδο διακόσια τετραγωνικά, που θα χωριζόταν αργότερα σε τόσα κομμάτια, όσα και τα παιδιά της Μαριωλής. Υπέρ απόρων προσφύγων η δωρεά του οικοπέδου και δέκα ζευγάρια μάτια να προσπαθούν να χωρέσουν τη νέα τους ζωή σε ένα ορθογώνιο από χώμα. Στην αρχή σκηνές, μετά παράγκες, έπειτα τα δύο πλινθόκτιστα και το πέτρινο της Φεβρωνίας. Άσπρισαν τα πεζοδρόμια, έκαναν χειρωνακτικές δουλειές, στην αγορά, στα καπνά, μεταφορές με το κάρο, φύτεψαν τις λεμονιές τους, έραψαν ρούχα για τα παιδιά τους, που τα γλίτωσαν κρυμμένα σε λεκάνες για να μην τα πνίξει η φωτιά και η θάλασσα. Τα ονόματά τους ξεχώριζαν στην πόλη, Αλκμήνη, Λεωνίδας, Οδυσσέας, Μιλτιάδης, όπως και τα σπίτια τους, σε μια άκρη της πόλης, μικρά ισόγεια στη σειρά.

17

18. Προσφυγικός συνοικισμός Αγίου Κωνσταντίνου (πάνω αριστερά)

Μαζί με τα ονόματα ξεχώριζαν και τα μαύρα τους τα μάτια, που ακόμα και τώρα συνεχίζουν το ταξίδι τους μέσα σε γενιές παιδιών, εγγονιών και δισέγγονων. Τη νόνα την έβαλαν να κοιμάται στο ντιβάνι, δυο δωμάτια όλα κι όλα στο ένα πλινθόκτιστο, στο ένα η νόνα και στο άλλο γονείς στο κρεβάτι και πέντε παιδιά στη σειρά στρωματσάδα στο πάτωμα.

Στο άλλο πλινθόκτιστο η Αλκμήνη, εγγονή της γιαγιάς από τη Μικρασία, ο άντρας της, δύο κόρες και ο γιος. Ο άντρας της την αγάπησε για την εξωπραγματική ανατολίτικη ομορφιά της, μακριά μαύρα μαλλιά και σκούρα μάτια, βαθιά. Σιγά σιγά εξοικειώθηκε και με τις πληγές που κουβαλούσε. Δουλευταράς για να μην τους λείψει τίποτα, για κάποιους ένα ανθρωπάκι που έκανε όλα τα γούστα του αφεντικού του, πολλά βράδια τα περνούσε στο κεραμοποιείο. Πολλές φορές τη μέρα ή και τη νύχτα ακουγόταν οι φωνές της γυναίκας του, σιγανά ουρλιαχτά που δεν άφηναν τη γειτονιά να ξεχάσει τις σκληρές της μνήμες. Οι ταγματασφαλίτες σκότωσαν τον αδερφό της μπροστά στα μάτια της. Της γιαγιάς εκτός από άντρα και παιδιά, έμελλε να της σκοτώσουν και εγγόνι. Η Αλκμήνη κουβάλαγε κι αυτήν την εικόνα μαζί με επιληπτικές κρίσεις, παραμιλητά και φωνές. Τα “ματωμένα χώματα” δεν τελείωσαν στην πόλη που γεννήθηκε η μάνα της, συνεχίστηκαν και στον προσφυγικό συνοικισμό.

Για τη Λίγδα της Μικράς Ασίας, που εκεί άφησαν σπίτι, οικογένεια και μια ζωή ολόκληρη δε μιλούσαν πια. Σα να είχαν πάρει κρυφά όρκο σιωπής. Πολλοί οι νεκροί, πολύ το αίμα, δεν το στένευαν σε λέξεις, μόνο σε κάτι μακρόσυρτες σιωπές. Δεν το ξόρκιζαν, δεν ξεχνούσαν. Οι τοίχοι των πλινθόκτιστων ήταν ποτισμένοι με μνήμες, σαν να τις έχτισαν εκεί να μη φύγουν.

Φέτος πέθανε ο γιος της Αλκμήνης, ξεχασμένος μέσα στο πλινθόκτιστο με αλκοόλ και ένα σκύλο. Η γειτονιά έλεγε ότι ποτέ δεν πρόκοψε, ζούσε κλεισμένος μέσα στο σπίτι. Χαμένες ζωές, ξεχασμένες ζωές. Καμιά φορά το βάρος του παρελθόντος δεν μπορείς να το σηκώσεις και να προχωρήσεις παραπέρα.

[Για τον παππού μου το Γιώργο, που πέθανε πριν γεννηθώ, και που τα μικρασιάτικα μάτια του έφτασαν από τη Λίγδα (σημερινό Ovakent) ως εμένα περνώντας από φτώχεια, κακουχίες και ματωμένα χώματα. Τα γεγονότα είναι από σκόρπιες αφηγήσεις και ως εκ τούτου αρκετά μπλεγμένα, ελπίζω να πλησιάζουν έστω και λίγο στην αλήθεια. Το κείμενο θα διορθωθεί όταν συναντήσω τη γιαγιά μου στον συνοικισμό.]

υγ. “Κείνοι που έζησαν μέσα στη θύελλα φεύγουν ένας ένας κι η ζωντανή μαρτυρία τους χάνεται. Χάνονται οι λαϊκοί θησαυροί ή μπαλσαμώνονται στα ιστορικά αρχεία.”Απ’ του πεθαμένου το μάτι, μην περιμένεις δάκρυ” λέει μια μικρασιάτικη παροιμία.”                                                                               Ματωμένα Χώματα, Διδώ Σωτηρίου

Advertisements

One thought on ““Ματωμένα χώματα”

  1. Dimitris says:

    Και οι δικοί μου, παππούς και γιαγιά ήταν από τα Λύγδα… Υπάρχει κάποιος τρόπος να επικοινωνήσουμε;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s